Τρίτη 29 Νοεμβρίου 2011

ΜΑΘΗΜΑ ΧΧVIII LECTIO DUOTETRICESSIMA


ΣΤΑ ΙΧΝΗ ΕΝΟΣ ΔΡΑΠΕΤΗ ΔΟΥΛΟΥ
Κολοσσαίο
 ΚΕΙΜΕΝΟ 28
   Aesopi nostri Licinus servus tibi notus Roma Athenas fugit. Is Athenis apud Patronem Epicureum paucos menses pro libero fuit, inde in Asia abiit. Postea Plato quidam Sardianus, cum eum fugitivum esse ex Aesopi litteris cognovisset, hominem comprehendit et in custodiam Ephesi tradidit. Tu hominem investiga, quaeso, summaque diligentia vel Romam mitte vel Epheso rediens tecum deduc. Noli spectare quanti homo sit. Parvi enim preti est, qui tam nihili est. Sed, propter servi scelus et audaciam, tanto dolore Aesopus est adfectus, ut nihil ei gratius possit esse quam recuperatio fugitivi.
Θέατρο Εφέσου
   ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
   Ο δούλος του Αισώπου μας, ο Λίκινος, που σου είναι γνωστός, δραπέτευσε από τη Ρώμη στην Αθήνα. Στην Αθήνα έμεινε λίγους μήνες σαν ελεύθερος κοντά στον Πάτρωνα τον επικούρειο κι από εκεί πήγε στην Ασία. Αργότερα, κάποιος Πλάτωνας από τις Σάρδεις, μόλις έμαθε από γράμμα του Αισώπου πως ήταν δραπέτης, τον έπιασε και τον παρέδωσε στη φυλακή στην Έφεσο. Αναζήτησε τα ίχνη του, σε παρακαλώ, και με την πιο μεγάλη φροντίδα είτε στείλε τον στη Ρώμη είτε φέρ` τον μαζί σου γυρίζοντας από την Έφεσο. Μη σε απασχολήσει πόσο κοστίζει: όποιος είναι τέτοιος μασκαράς έχει μικρή αξία. Ο Αίσωπος όμως οργίστηκε τόσο πολύ για την ελεεινή πράξη και το θράσος του δούλου, που τίποτε δε θα τον ευχαριστούσε πιο πολύ[1] από το να ξαναπάρει πίσω το δραπέτη[2].
Δούλοι στην αρχαία Ελλάδα
Κατάταξη ουσιαστικών, επιθέτων, αντωνυμιών και ρημάτων του κειμένου

 Για να δείτε όλη την εργασία κάντε κλικ ψηλά στο ΜΑΘΗΜΑ ΧΧVIII LECTIO DUOTETRICESSIMA


ΣΥΝΤΑΞΗ
Aesopi: γενική κτητική στο servus
nostri: επιθετικός προσδιορισμός στο Aesopi
Licinus: Υ στο fugit
servus: παράθεση στο Licinus
tibi: δοτική προσωπική του ποιητικού αιτίου, σε απλή δοτική λόγω εξάρτησης από μετοχή παθητικής διάθεσης (notus)
notus: επιθετική μετοχή
Roma: απλή αφαιρετική ονόματος πόλης που δηλώνει απομάκρυνση (κίνηση) από τόπο
Athenas: απλή αιτιατική ονόματος πόλης που δηλώνει κίνηση σε τόπο
fugit: ρήμα
Is: Υ στο fuit
Athenis: απλή αφαιρετική ονόματος πόλης που δηλώνει στάση σε τόπο
apud Patronem: εμπρόθετος προσδιορισμός του πλησίον
Epicureum: επιθετικός προσδιορισμός στο Patronem
paucos: επιθετικός προσδιορισμός στο menses
menses: αιτιατική του χρόνου, δηλώνει διάρκεια
pro libero: εμπρόθετος προσδιορισμός που δηλώνει τον τρόπο ή την παραβολή, σε θέση κατηγορουμένου στο is
fuit: ρήμα
inde: επιρρηματικός προσδιορισμός κίνησης από τόπο (αφετηρία)
in Asia: εμπρόθετος προσδιορισμός της κίνησης σε τόπο
abiit: ρήμα
Postea: επιρρηματικός προσδιορισμός του χρόνου
Plato: Υ στο cognovisset
quidam: επιθετικός προσδιορισμός στο Plato
Sardianus: παράθεση στο Plato
eum: Υ στο esse
fugitivum: Κ στο eum
esse: ειδικό απαρέμφατο, Α στο cognovisset
ex litteris: εμπρόθετος προέλευσης (αιτίας)
Aesopi: γενική κτητική (του δημιουργού) στο litteris
cognovisset: ρήμα
hominem: Α στο comprehendit
comprehendit: ρήμα
in custodiam: εμπρόθετος προσδιορισμός κίνησης σε τόπο
Ephesi: απλή γενική ονόματος πόλης που δηλώνει στάση σε τόπο
tradidit: ρήμα
Tu: Υ στο investiga
hominem: Α στο investiga
investiga: ρήμα
quaeso: ρήμα
summaque: επιθετικός προσδιορισμός στο diligentia
diligentia: αφαιρετική του τρόπου
Romam: απλή αιτιατική ονόματος πόλης που δηλώνει κίνηση σε τόπο
mitte: ρήμα
Epheso: απλή αφαιρετική ονόματος πόλης που δηλώνει απομάκρυνση (κίνηση) από τόπο
rediens: χρονική μετοχή ως επιρρηματικός προσδιορισμός στο deduc
tecum:εμπρόθετος προσδιορισμός της συνοδείας (αναστροφή πρόθεσης)
deduc: ρήμα
Noli: ρήμα
spectare: τελικό απαρέμφατο, Α στο noli
quanti: γενική της αξίας στο sit
homo: Κ στο ille ή is (το εννοούμενο Υ του sit)
sit: ρήμα
Parvi: επιθετικός προσδιορισμός στο preti
preti: γενική της αξίας
est: ρήμα
qui: Υ στο est
tam: επιρρηματικός προσδιορισμός του ποσού
nihili: γενική της αξίας στο est
est: ρήμα
propter scelus:εμπρόθετος του εξωτερικού αναγκαστικού αιτίου
propter audaciam: εμπρόθετος του εξωτερικού αναγκαστικού αιτίου
servi: γενική υποκειμενική στα scelus, audaciam
tanto: επιθετικός προσδιορισμός στο dolore
dolore: αφαιρετική του μέσου στο est adfectus
Aesopus: Υ στο adfectus est
est adfectus: ρήμα
nihil: Υ στο possit
ei: δοτική ως συμπλήρωμα επιθέτου (του gratius) ή αντικειμενική
gratius: Κ στο nihil
possit: ρήμα
esse: τελικό απαρέμφατο, Α στο possit
quam recuperatio: β’ όρος σύγκρισης με συγκριτικό το gratius και α΄ όρο σύγκρισης το nihil
fugitivi: γενική αντικειμενική στο recuperatio

ΔΕΥΤΕΡΕΥΟΥΣΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ
1. cum eum fugitivum esse ex Aesopi litteris cognovisset: Δευτερεύουσα επιρρηματική χρονική πρόταση, εισάγεται με τον ιστορικό ή διηγηματικό cum που υπογραμμίζει τη βαθύτερη σχέση της δευτερεύουσας με την κύρια πρόταση δημιουργώντας ανάμεσά τους μια σχέση αιτίου και αιτιατού. Εκφέρεται με ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ (είναι φανερός ο ρόλος του υποκειμενικού στοιχείου που υπάρχει σ’ αυτήν) υπερσυντέλικου (cognovisset), για πράξη προτερόχρονη.
2. qui tam nihili est: Δευτερεύουσα αναφορική επιθετική προσδιοριστική πρόταση. Εισάγεται με την αναφορική αντωνυμία qui. Εκφέρεται με ΟΡΙΣΤΙΚΗ, γιατί δηλώνει το πραγματικό. Προσδιορίζει το εννοούμενο ille ή is.
3. ut nihil ei gratius possit esse quam recuperatio fugitivi: Δευτερεύουσα επιρρηματική πρόταση, εκφράζει το αποτέλεσμα, που θεωρείται μια υποκειμενική κατάσταση, εισάγεται με το συμπερασματικό σύνδεσμο ut (+nihil), επειδή είναι αρνητική και εκφέρεται με ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ (δυνητική, επειδή στη λατινική το αποτέλεσμα θεωρείται πάντα μια υποκειμενική κατάσταση) ΕΝΕΣΤΩΤΑ (possit)για το παρόν και το μέλλον, γιατί το ρήμα της κύριας πρότασης είναι σε χρόνο αρκτικό (est adfectus,κυρίως παρακείμενος - perfectum praesens ή logicum, Γραμματική σελ. 60, § 74, 5 δ).

[1] τίποτε δε θα μπορούσε να του είναι πιο ευχάριστο
[2] από την επανάκτηση του δραπέτη

Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2011

Πλάτωνος Πολιτεία

ΒΙΒΛΙΟ ΚΑΘΗΓΗΤΗ


   Κάντε κλικ στον τίτλο Πλάτωνος Πολιτεία...

Ενότητα 13η

Νήσος μακάρων

Νήσος μακάρων (δεύτερη εκδοχή)

 Πλατωνική Πολιτεία: Απολυταρχία ή Δημοκρατία

Η απορία που διατυπώνει ο Γλαύκωνας στη συνομιλία του με το Σωκράτη («… ἀδικήσομεν αὐτούς, καὶ ποιήσομεν χεῖρον ζῆν, δυνατὸν αὐτοῖς ὄν ἄμεινον;») στάθηκε αφορμή πολλών προβληματισμών σχετικά με το χαρακτήρα που θα είχε στην εφαρμογή της η πλατωνική πολιτεία· αν δηλαδή οι φορείς του κράτους θα ασκούσαν παρεμβατική πολιτική στις επιλογές του πολίτη ή αν θα του επέτρεπαν να δρα και να κινείται ελεύθερος.
Οι μελετητές του πλατωνικού έργου μοιράστηκαν σε δύο στρατόπεδα και οι μισοί απέρριψαν την πλατωνική πολιτειακή πρόταση ως ολοκληρωτική και απολυταρχική ενώ οι υπόλοιποι βρήκαν ότι ο πολίτης θα αισθανόταν ελεύθερος, αφού θα είχε κατακτήσει εκ των προτέρων την αυτογνωσία και θα διέθετε ψυχική αρμονία και ισορροπία, την ύψιστη μορφή ελευθερίας.
Πιο συγκεκριμένα οι αντιπλατωνιστές με προεξάρχοντα τον Popper διαφωνούν και εντοπίζουν δυο τρωτά στο πολίτευμα του Πλάτωνα· ότι όλοι οφείλουν να εργάζονται για το καλό της πόλης θέτοντας σε δεύτερη μοίρα το δικό τους και ότι ο πολίτης δε θα μπορούσε να αισθάνεται ευτυχισμένος, αφού οι βασικές αποφάσεις θα λαμβάνονταν ερήμην του από την ανώτερη τάξη των φιλοσόφων – βασιλέων, ο ίδιος δηλαδή θα τελούσε συνεχώς υπό καθεστώς χειραγώγηση.
Οι πλατωνιστές από την άλλη ανταπαντούν και υπερθεματίζουν για την ευτυχία και την αίσθηση ελευθερίας του μέσου πολίτη στην πλατωνική πολιτεία. Το μέλος κάθε κοινωνικής τάξης θα διαθέτει συνείδηση των καθηκόντων του και των υποχρεώσεών του, αυτογνωσία και θα ενεργεί με το λογιστικὸν μέρος της ψυχής του. Ένα τέτοιο άτομο έχει καθαρθεί από κατώτερα ένστικτα και μικρόψυχους ανταγωνισμούς. Με πραγματική αυταπάρνηση και από εσωτερικό σεβασμό θα προσφέρει στο κοινωνικό σύνολο κάθε φορά που θα του ζητηθεί. Ο εξευγενισμός στον οποίο έχει υποβληθεί η ψυχή του τον έχουν βοηθήσει να κατανοήσει ότι ευτυχία είναι πρώτα και πάνω από όλα να καθιστάς το συνάνθρωπό σου ευτυχισμένο.

Πλάτωνος Πολιτεία, ΕΙΣΑΓΩΓΗ


Δημιουργοί
 ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ
σελ. 92-92, 1.2.3/ 96,6/97,8-98/99, 12-101, 13/102, 14/113

1. Ο Πλάτωνας στα νεανικά του χρόνια φιλοδοξούσε να ασχοληθεί με την πολιτική. Ποια γεγονότα ή καταστάσεις που βίωσε στην πόλη των Αθηνών τον απογοήτευσαν;

2. Σε ποια συμπεράσματα και πολιτικές απόψεις οδήγησαν τον Πλάτωνα οι απογοητεύσεις που βίωσε από την πολιτική της Αθήνας και τα ταξίδια του στην Κάτω Ιταλία και Σικελία;

3. Ποιες γενικές πληροφορίες γνωρίζετε για τη συγγραφή της Πολιτείας (απόψεις που διατυπώνονται, χρόνος συγγραφής, διαίρεση σε βιβλία, δραματικός χρόνος διαλόγου);

4. Ποιος είναι ο τόπος, ο χρόνος και τα κύρια πρόσωπα του διαλόγου;

5. Ποιο είναι το θέμα του διαλόγου και τι σημαίνουν στο κείμενο οι όροι πλις και πολιτεα;

6. Ποιο είναι το περιεχόμενο του όρου τάξη, και πώς διαιρούνται συνοπτικά οι τάξεις στην πλατωνική πολιτεία;

7. Ποιες οι αρμοδιότητες κάθε τάξης στην ιδανική Πολιτεία;

8. Με ποια κριτήρια επιλέγονται οι φύλακες και τι περιλαμβάνει το κάθε στάδιο της αγωγής τους;

9. Ποιες ήταν οι προϋποθέσεις προαγωγής των φυλάκων - πικούρων σε φύλακες - παντελες και ποιες είναι οι ενασχολήσεις, οι ευθύνες και ο τρόπος ζωής των τελευταίων;

10. Ποια κατάσταση επικρατούσε για μεγάλα διαστήματα στην αθηναϊκή δημοκρατία και πώς μπορούσε να αντιμετωπιστεί, κατά τον Πλάτωνα;

11. Με ποια αλληγορία στηρίζει ο Πλάτωνας τη θέση ότι η πολιτεία μπορεί να διοικηθεί σωστά μόνο αν φιλοσοφήσουν οι άρχοντες ή αν αναλάβουν τα ηνία του κράτους οι φιλόσοφοι;

12. Γιατί οι φιλόσοφοι-βασιλείς είναι οι πιο κατάλληλοι για τη διακυβέρνηση της πολιτείας και τι σημαίνει ο όρος βασιλεύς στον Πλάτωνα; Να παραθέσετε τα χαρακτηριστικά των φιλοσόφων - βασιλέων που εγγυώνται τη σωστή διακυβέρνηση της πολιτείας.

13. Ποιες θεμελιώδεις αρετές «ενσαρκώνει» η ιδεώδης πολιτεία κατά τον Πλάτωνα;

14. Ποια είναι τα μέρη της ψυχής, κατά τον Πλάτωνα, σε ποια σχέση βρίσκονται με τις τάξεις της πολιτείας και σε ποια σχέση πρέπει να βρίσκονται μεταξύ τους, για να θεωρείται ο άνθρωπος δίκαιος;

15. Ποιοι ορισμοί δίνονται στην Πολιτεία για τη δικαιοσύνη και από ποιους;

16. Πώς εξηγεί ο Πλάτων την άποψή του ότι στη δικαιοσύνη εμπεριέχονται και οι τρεις άλλες αρετές;
17. Ποια είναι τα γνωρίσματα της ιδεώδους πολιτείας, κατά τον Πλάτωνα, και ποιο το διαστρεβλωμένο απότοκο αυτής;

18. Τι γνωρίζετε για το πολίτευμα της Ολιγαρχίας και το ρόλο των κηφήνων σε αυτό;

19. Πώς προκύπτει το πολίτευμα της Δημοκρατίας; Ποια είναι τα γνωρίσματά της;

20. Ποιες συνθήκες οδηγούν στην Τυραννίδα, κατά τον Πλάτωνα, και ποια είναι τα γνωρίσματα του τυράννου;

21. Ποιος εκφραστικός τρόπος ονομάζεται αλληγορία;

22. Σε τι αναφέρεται η αλληγορία του σπηλαίου, όπως αναπτύσσεται στην αρχή του Ζ΄ βιβλίου της Πολιτείας; Παρουσιάστε το περιεχόμενό της.

Πέμπτη 6 Οκτωβρίου 2011

Κριτική ματιά στο μύθο του Πρωταγόρα



Ας δούμε πιο κριτικά το μύθο του Πρωταγόρα. Είναι ανάγκη ιδιαίτερα να επισημάνουμε ορισμένες ανακόλουθες και αντιφατικές απόψεις ή απόψεις που με σημερινά κριτήρια δεν πείθουν ούτε έχουν κάποια επιστημονική αξία. Σημειώνουμε μερικές:
1. Τοποθετείται στο μύθο η εμφάνιση της τεχνικής («τῆς ἐντέχνου σοφίας σύν πυρί») πριν από τη συγκρότηση των πόλεων. Οι άνθρωποι άρχισαν να φτιάχνουν «οἰκήσεις καί ἐσθήτας καί ὑποδέσεις καί στρωμνάς» (κατοικίες και ρούχα και παπούτσια και κλινοσκεπάσματα), προτού φτιάξουν κοινωνία. Και όμως η τεχνική (ή τεχνολογία) δεν μπορεί να νοηθεί έξω από την οργανωμένη κοινωνία. Η τεχνική προϋποθέτει συνεργασία και καταμερισμό εργασίας στα πλαίσια μιας οργανωμένης κοινωνίας. Ούτε «εὐπορία τοῦ βίου» (αφθονία μέσων ζωής) θα ήταν δυνατή έξω από τον οργανωμένο κοινωνικό βίο.
2. Τοποθετεί ο μύθος την εμφάνιση της θρησκείας και της θρησκευτικής τέχνης και λατρείας πριν από τη συγκρότηση της πόλης. Η θρησκεία είναι ένα κατεξοχήν κοινωνικό φαινόμενο. Δεν θα μπορούσε να εμφανισθεί την εποχή που οι άνθρωποι «ᾤκουν σποράδην». Η θρησκευτική λατρεία ήταν μια δημόσια υπόθεση. Και η θρησκευτική τέχνη μόνο μέσα σε μια οργανωμένη και «πολιτισμένη» κοινωνία θα μπορούσε να αναπτυχθεί. Δεν θα ήταν δυνατό μικρές ανθρώπινες ομάδες που κυνηγιούνταν από τα θηρία και έκαναν σκληρό αγώνα επιβίωσης να φτιάχνουν βωμούς και αγάλματα των θεών[1]. Ένας άνθρωπος, που ζούσε στην Αθήνα και έβλεπε πόσο στενά συνδεδεμένη ήταν η θρησκεία με την πόλη, ήταν αδιανόητο να υποστηρίζει τέτοιες απόψεις. Και όμως εδώ ο Πρωταγόρας τις υποστηρίζει ή τουλάχιστον τον παρουσιάζει ο Πλάτωνας να τις υποστηρίζει.

Ο μύθος του Πρωταγόρα



α) Ο μύθος
Υποστηρίζεται ότι ο μύθος που διηγείται ο Πρωταγόρας περιεχόταν στο έργο του που είχε τον τίτλο Περί της εν αρχή καταστάσεως (η αρχική κατάσταση του κόσμου και της ανθρώπινης κοινωνίας). Άλλοι υποθέτουν ότι ο Πλάτωνας στο διάλογό του κάνει μια διασκευή εκείνων που θεωρητικά ανέπτυσσε ο Πρωταγόρας στο πιο πάνω έργο του, παρουσιάζοντάς τα με τη μορφή ενός μύθου. Ποια λογική αξία όμως μπορεί να έχει ο μύθος που βάζει στο στόμα του Πρωταγόρα ο Πλάτωνας; Ποια λογική αξία μπορεί να έχει γενικά ένας μύθος; Είναι γνωστό ότι ο μύθος παρουσιάζεται εκεί που δεν είναι δυνατός ο λόγος, εκεί που δεν είναι δυνατό να δοθεί μια λογική και επιστημονική ερμηνεία των φαινομένων ή των γεγονότων. Ο μύθος καταφεύγει στο υπερφυσικό, στις εικόνες, στις μεταφορές και στις υπερβολές. Στο μύθο όλα γίνονται με την παρέμβαση θεϊκών και υπερφυσικών δυνάμεων, όλα εξηγούνται με την έννοια του θαύματος. Λέγεται συνήθως ότι και ο μύθος έχει μέσα του έναν πυρήνα αλήθειας. Η αλήθεια του μύθου μπορεί να αποκαλυφθεί με τη λεγόμενη «απομυθοποίηση» ή «απομύθευση». Είναι όμως δυνατό ένας μύθος να αστοχεί τελείως στην προσπάθεια του να εξηγήσει κάτι και να μην έχει καμιά ερμηνευτική αξία, αλλά να είναι προϊόν μιας πλούσιας και αυθαίρετης φαντασίας. Το μύθο χρησιμοποιεί και ο Πλάτωνας στις περιπτώσεις που κρίνει ανεπαρκή τη λογική ερμηνεία ενός προβλήματος. Σε ορισμένα ζητήματα, αν δεν μπορούμε να βρούμε κάτι με τον «λόγον», αν δεν μπορούμε να βρούμε λογικές λύσεις και εξηγήσεις, καταφεύγουμε στο μύθο και στην πίστη, ακόμη και σε «γραώδεις μύθους», μύθους που λένε οι γριές (Γοργίας 527 Α). Και ο Πρωταγόρας, όπως βλέπουμε, δείχνει συμπάθεια στους μύθους, τους βρίσκει χαριτωμένους· αντιστρέφει όμως τη σειρά: πρώτα διηγείται το μύθο και ύστερα καταφεύγει στον «λόγον». Δίνει την εντύπωση ότι χειρίζεται το μύθο σαν υπόβαθρο του λόγου, όχι σαν συμπλήρωμα του. Ο μύθος περιέχει βασικές αλήθειες τις οποίες ο λόγος είναι υποχρεωμένος να λάβει υπόψη.
Όσο αφορά τον μύθο του Πρωταγόρα για την αρχική κατάσταση του κόσμου και της ανθρώπινης κοινωνίας, πρέπει να παρατηρήσουμε ότι δεν είναι ένας πρωτότυπος μύθος, επινοημένος από τον Πρωταγόρα. Η κλοπή της φωτιάς από τον Προμηθέα ήταν ένας παλιός και γνωστός μύθος που συναντιέται ήδη στον Ησίοδο. Τον χρησιμοποίησε και ο Αισχύλος σαν θέμα τραγωδιών του. Μόνο ορισμένες λεπτομέρειες για την αρχική κατάσταση των ανθρώπων και ως ένα σημείο η ιδέα της μετάδοσης της πολιτικής τέχνης στους ανθρώπους από τον Δία ανήκουν στον Πρωταγόρα. Αν κρίνουμε τον πρωταγόρειο μύθο από την άποψη του περιεχομένου και της αλήθειας που περιέχει, μπορούμε να διακρίνουμε ορισμένα θετικά στοιχεία, που στέκουν και με σημερινά κριτήρια ή οπωσδήποτε είναι αξιόλογα. Τα στοιχεία αυτά είναι τα εξής:

ΓΕΝΕΣΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ ΙΔΕΩΝ



Στο μύθο του ο Πρωταγόρας επιχειρεί να ερμηνεύσει τη γένεση της θρησκείας και των θρησκευτικών ιδεών. Λέει: «Ἐπειδή ὁ ἄνθρωπος θείας μετέσχε μοίρας, πρῶτον μέν διά τήν τοῦ θεοῦ συγγένειαν ζῴων μόνον θεούς ἐνόμισεν καί ἐπεχείρει βωμούς τε ἱδρύεσθαι καί ἀγάλματα θεῶν» (Επειδή ο άνθρωπος πήρε μέρος σε κάτι θεϊκό, στην αρχή λόγω της συγγένειας με το θεό, μόνο αυτός από τα άλλα ζώα πίστεψε σε θεούς και προσπαθούσε να φτιάχνει βωμούς και αγάλματα θεών). Αυτό που πρέπει να προσέξουμε είναι ότι κατά τον Πρωταγόρα ο άνθρωπος δεν «ἐνόμισεν θεούς» επειδή δημιουργήθηκε απ’ αυτούς. Στους θεούς πίστεψε από τη στιγμή που έλαβε το δώρο της φωτιάς. Υπονοείται ότι ο άνθρωπος εντυπωσιάστηκε αφάνταστα από τη φωτιά. Τη θεώρησε σαν θεϊκό στοιχείο, σαν κάτι που το είχαν μόνο οι θεοί. Ξαφνικά βλέπει το στοιχείο αυτό να κατεβαίνει και στη γη. Ο άνθρωπος απέκτησε ένα θεϊκό στοιχείο και ένιωσε σαν συγγενής των θεών[1]. Έτσι εξηγείται γιατί ο άνθρωπος είναι το μοναδικό ζώο που πίστεψε σε θεούς, ένιωσε ευγνωμοσύνη γι’ αυτούς, αναγνώρισε την ανωτερότητά τους και «ἐπεχείρει βωμούς τε ἱδρύεσθαι καί ἀγάλματα θεῶν», για να αποδίδει σ’ αυτούς λατρεία. Οι άνθρωποι δεν λάτρεψαν ιδιαίτερα τον Προμηθέα που τους χάρισε την κλεμμένη φωτιά, αλλά τους θεούς από τους οποίους προερχόταν το θεϊκό αυτό δώρο, σύμφωνα με τη φαντασία τους. Πάντως για τον Πρωταγόρα το στοιχείο της φωτιάς δεν είναι αρκετό να μας πείσει για την ύπαρξη των θεών. Η παρουσία της φωτιάς δεν είναι καμιά ένδειξη για την ύπαρξη θεών, η φωτιά δεν είναι «θεϊκό» στοιχείο[2]. Ο Πρωταγόρας είχε λόγους να αμφιβάλλει για την ύπαρξη θεών. Τις σχετικές του απόψεις ανέπτυξε σε ιδιαίτερο έργο που επιγραφόταν «Περί θεῶν». Τα αντίτυπα του έργου αυτού κάηκαν δημόσια και ο Πρωταγόρας διώχτηκε για αθεΐα.


[1] Η φράση «διά τήν τοῦ θεοῦ συγγένειαν» θεωρήθηκε προσθήκη από κάποιον χριστιανό αντιγραφέα ή, το πιθανότερο, από Στωικό φιλόσοφο (βλ. W. Nestle, Protagoras, σ. 96). Η συγγένεια πάντως, για την οποία γίνεται λόγος εδώ, δεν έχει σχέση με το «κατ᾿ εἰκόνα καί καθ᾿ ὁμοίωσιν θεοῦ», όπως τονίζεται στη Βίβλο και τον Χριστιανισμό, ή όπως παρουσιάζεται από τους Στοιικους, αλλά εννοείται σαν συγγένεια που οφείλεται στην κατοχή της φωτιάς. Το θεϊκό αυτό δώρο έφερε τον άνθρωπο κοντά στον θεό.
[2] Πραγματικά, για να μιλήσει κάποιος για «θεϊκά στοιχεία», πρέπει να έχει στη συνείδηση του την παράσταση των θεών, την έννοια του θεού. Εδώ όμως προηγείται η φωτιά. Ο άνθρωπος τη χαρακτηρίζει σαν «θεϊκό» στοιχείο, ενώ δε γνωρίζει απολύτως τίποτα για τους θεούς. Είναι φανερό το πρωθύστερο στο οποίο πέφτει φυσικά όχι ο άνθρωπος, αλλά ο Πρωταγόρας, όταν παρουσιάζει τον άνθρωπο να ανάγεται από τη φωτιά στους θεούς και όχι να ξεκινά από τους θεούς και να καταλήγει στη φωτιά. Και όμως είναι απλό· ο χαρακτηρισμός της φωτιάς ως θεϊκού στοιχείου προϋποθέτει την πίστη σε θεούς. Την πίστη αυτή θα άντλησε ο άνθρωπος από άλλη πηγή και όχι από τη φωτιά.
Είναι πάντως αξιοσημείωτο ότι ο θρησκευτικά αγνωστικιστής και άθεος Πρωταγόρας ενδιαφέρεται να εξηγήσει από πού προήλθε η θρησκεία. Το ότι «ὁ ἄνθρωπος θείας μετέσχε μοίρας», αυτό το πίστεψαν οι πρώτοι άνθρωποι. Αυτοί «ἐνόμισαν θεούς». Ο Πρωταγόρας «οὐ νομίζει θεούς».

ΑΙΔΩΣ ΚΑΙ ΔΙΚΗ



 Η Αιδώς και η Δίκη ήταν βέβαια θεότητες για τους αρχαίους Έλληνες. Είχαν την έδρα τους κοντά στον θρόνο του Δία. Η Αιδώς ήταν παραμάνα της θεάς Αθηνάς και προσωποποίηση της συστολής και της ντροπής. Η Δίκη ήταν κόρη του Δία και επαγρυπνούσε για την τήρηση των αιώνιων ηθικών νόμων, της ηθικής τάξης, και κατέφθανε τιμωρός όπου παραβιαζόταν η τάξη αυτή. Έστελνε τις βοηθούς της, τις Ερινύες, ή τιμωρούσε με οποιονδήποτε άλλον τρόπο. Στον μύθο όμως του Πρωταγόρα η αιδώς και η δίκη παρουσιάζονται όχι σαν θεότητες, αλλά σαν ηθικές δυνάμεις που προσφέρονται στους ανθρώπους. Η αιδώς δηλώνει την εσωτερική δύναμη που μας εμποδίζει να κάνουμε το κακό, που μας επιβάλλει να σεβόμαστε τους συνανθρώπους μας. Η δίκη από το άλλο μέρος εκφράζει την έμφυτη συναίσθηση του δικαίου που μας εμποδίζει να βλάπτουμε τον άλλον. Είναι μάλλον λάθος να λέμε ότι η αιδώς αντιστοιχεί στον άγραφο νόμο, ενώ η δίκη στον γραπτό. Στην αρχή όλοι οι νόμοι ήταν συγκεκριμένοι, αλλά άγραφοι (πρβλ. τη φράση στην Αντιγόνη του Σοφοκλή «ἄγραπτα κἀσφαλῆ θεῶν νόμιμα», στ. 454-55). Η αιδώς φαίνεται ότι ήταν ο φόβος και η ντροπή που ένιωθε ο άνθρωπος μόλις του παρουσιαζόταν η δυνατότητα ή η παρόρμηση να κάνει το κακό, να βλάψει τους άλλους. Η αιδώς ήταν ένας εσωτερικός μηχανισμός που συγκρατούσε τον άνθρωπο ώστε να μην κάνει το κακό, προκαλούσε συναισθήματα φόβου και ντροπής μπροστά στην προοπτική να κάνει κάτι σε βάρος των άλλων. Αντίθετα η δίκη, ήταν βέβαια κι αυτή μια εσωτερική δύναμη που επέβαλλε τον σεβασμό απέναντι στους άλλους, μια έμφυτη συναίσθηση δικαιοσύνης που εμπόδιζε τον καθένα να αδικεί, κατέληγε όμως και στη θέσπιση κανόνων και νόμων, στην καθιέρωση μιας αντικειμενικής τάξης δικαίου και στην επιβολή ποινών σε όσους παραβίαζαν την τάξη αυτή. Η δίκη απαιτεί τιμωρία. Αιδώς - θα λέγαμε τελικά - είναι η ηθική συνείδηση και το ηθικό συναίσθημα, ενώ δίκη η επιβολή μιας τάξης και η περιφρούρηση της τάξης αυτής με επιβολή κυρώσεων. Η αιδώς και η δίκη[1] - που δεν ήταν βέβαια κατακτήσεις του ανθρώπινου πνεύματος ή προϊόν κοινωνικής εξέλιξης, αλλά δώρα του θεού - θα έθεταν τέρμα στο φαινόμενο της αδικίας και θα έκαναν δυνατή τη μόνιμη συμβίωση των ανθρώπων.




[1] Απλά οι όροι αυτοί θα ήταν δυνατό να αποδοθούν: ο αλληλοσεβασμός και το συναίσθημα του δικαίου.